Πέμπτη, Ιανουαρίου 24, 2013

ΤΟ ΧΡΥΣΟΚΕΝΤΗΤΟ ΦΟΥΣΤΑΝΙ ΤΗΣ ΛΕΜΟΝΙΑΣ-Διήγημα


ΝΑΥΣΙΚΑΣ ΑΣΒΕΣΤΑ
Ακούγοντας την καμπάνα, γύρισε με φόρα το υφάδι στης στον αργαλειό η Λε­μονιά...το κτύπημα της καμπάνας ξύπνησε τις αναμνήσεις της πίσω στα βου­νά... εκεί.Ακούγοντας τους ήχους από τον αργαλειό...οι κλωστές μπερδεύο­νταν ρυθμικά...ανάμεσα στο πυκνό χιόνι και τα ξύλα...που είχε ανάψει στο τζά­κι της για τη φωτιά... στολισμένο με τα ασπροκεντήματα, τα υφαντά, τους τσε- βρέδες και τα χρυσοκέντητα παραδοσιακά γιορντάνια, τα σπαθιά με τις ασημο- σκαλισμένες λαβές και τις βυζαντινές εικόνες του Αγίου Γεωργίου.. .στολισμένες κει ψηλά, πίσω απ' τις αχτίδες του ήλιου... Οι κλωστές υφαίνονται με δύνα­μη...Τα σχέδια ήταν συμμετρικά ... στο κόκκινο, το πορτοκαλί το ροζ, το πρά­σινο, το λευκό... Έπειτα οι κλωστές, τα σχέδια, οι εικόνες, διαδέχονταν το με­γάλο Κοζανίτικο γλέντι... Κι άκουγε η Λεμονιά αναστενάζοντας βαθειά, τους ήχους των τυμπάνων... Κι η σκέψη στον Λάμπρο, καθοδηγώντας τις προσδοκίες της... Ζούσε ακόμη το γλέντι και τους χορούς, τις φωνές από τα κεράσματα, τα τσουγκρίσματα με τα ποτήρια από το βαρελίσιο κρασί...τις χαρές και τα παρα­δοσιακά γλυκά, τα κεντήματα και τα υφαντά της...μέλλουσας νύφης...
-Άιντε γειά σου Λεμονιά.. .στην υγειά σ'...
Και ο Λάμπρος χόρευε λεβέντικα, πίσω από έναν τσάμικο χορό. ...δείχνοντας περήφανος την αρχοντιά του, το τσαρούχι και τη φούντα του.. .σφυρίζοντας χα­ρούμενος στο γλέντι και τη χαρά της γιορτής...
-Να χαίρεσι του Λάμπρου μ'ς Λιμονιά χρυσή μ'...Του περήφανου παλι- κάρ'...έλεγαν όλοι και σήκωναν τα ποτήρια με το κρασί και τα κεράσματα...
Απότομα θυμήθηκε το βλέμμα του Λάμπρου...Την κοίταζε επίμονα.. .πα­ράξενα. .. στοχαστικά... Κι ήταν σαν να τη μαγνήτιζε εκείνο το βλέμμα.. .Κι ήταν το φλογερό το βλέμμα του, απ' το γαμήλιο γλέντι και το κρασί.. .θυμήθηκε την ημέρα του γάμου της και σηκώθηκε απότομα.. .Έξω η καμπάνα τώρα, είχε στα­ματήσει πια να χτυπά... Έκλεισε την μεγάλη ξύλινη πόρτα πίσω της...κι έφυγε κατά τα βουνά...
Κι όμως...Οι νυφάδες του χιονιού, έπεφταν ασταμάτητα στα Σέρβια, δίνοντας αισθητά την εικόνα χιονισμένου τοπίου...Οι καπνοί από τα τζάκια και οι φωτιές από τα κούτσουρα στη φωτιά, ήταν μία ακόμη αντίθεση στις σκιές των χρωμάτων... Τα πέτρινα σπίτια, κατείχαν μία ξεχωριστή θέση στην αγκαλιά της φύσης, όπου ντυμένη στα λευκά, προμήνυε την ομορφιά της ζωής, στις σκιές του χωροχρόνου, στην σιωπή της μέρας...
Κυνηγημένοι πρόσφυγες από τον Πόντο, ήταν οι γονείς της Λεμονιάς.. .Πρό­σφυγες, από τον Πόντο της Μ. Ασίας.. .Πρόσφυγες κυνηγημένοι κρυπτοχριστιανοί, βασανισμένοι από τους πολέμους και τις κακουχίες.. .Πάλεψαν με τη φωτιά και το ατσάλι στις μπόρες...Εγκαταστάθηκαν στα Σέρβια, μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, το 1923.. .Κάποιοι μάλιστα έτρεφαν και μεταξοσκώληκες και πλού­τισαν στην περιοχή, φτιάχνοντας δαντέλες, πλεγμένες με το μετάξι, φούστες και μεταξωτά φορέματα, που έφερναν πλούσια σοδειά...και χρήμα...
Κι έτσι το σπίτι της Λεμονιάς ήταν καλοδεχούμενο.. .Παντού υπήρχαν ξυλό­γλυπτα σεντούκια με ασπρόρουχα, κι ασπροκεντήματα δουλεμένα στο χέρι, δα­ντέλες αξιοζήλευτες με γούστο θαυμαστό, γιατί ήταν νοικοκυρά...
Τα πλούσια υφαντά χαλιά, η Λεμονιά, τα ύφαινε στον αργαλειό και πάντα υπήρχε ένα πλούσιο τραπέζι στολισμένο για την μητέρα, τον πατέρα και τον αδερφό της, που ζούσαν στο ίδιο σπίτι...
Το Κοζανίτικο γλέντι ήταν ξακουστό... Καλούσαν τους γείτονες για τα ξεφα­ντώματα και τους κερνούσαν γνήσιο βαρελίσιο κρασί, τουλουμίσιο τυρί και αν­θόγαλα, μυζήθρες, γάλα και γιαούρτι πρόβειο από τα κοπάδια, που ακούγονταν να κουδουνίζουν θυμωμένα και ανήσυχα πίσω απ' τα'βουνά...Κι έπειτα άναβαν φωτιές...και διηγούνταν τις δικές τους ιστορίες γύρω από το τζάκι, φέροντας πά­ντα στο νου τους τα περασμένα...Και οι κυνηγοί...έφερναν μπεκάτσες, τσίχλες και κοτσύφια, για τον πρώτο μεζέ...
-Φέραμι και κυνήγ' απού πιρδίκις ώρε Γιάγκου, για τα καλωσορίσματα...
-Καλωσήρθατι...όλ(οι) ισείς. Σας ιυχαριστούμι όλ' ιμείς. Κι η Λιμουνιά μαζί...
Κι ήταν υπερήφανη η Λεμονιά...σαν γύριζε το πρόσωπο της στον ήλιο...Ήταν μελαχροινή.,.και τα σγουρά κατάμαυρα μαλλιά της...έμοιαζαν με αγριεμένη θάλασσα πίσω απ' τα βουνά.. .Ατίθασα και ζωηρά.. .όπως κι εκείνη...
Περπάτησε ώρες.-.-.και λαχανιάζοντας, φθάνει στο ξωκκλήσι. τ' Άη Γιώρ­γη ... Η Λεμονιά κοντοστάθηκε.. .Έσκυψε με κατάνυξη να φΛήσει την άγια Βυζα­ντινή εικόνα και τρομαγμένη λύγισε...Ένιωθε το βλέμμα του Αγίου να την κοι­τάζει επίμονα... Φοβήθηκε...Άναψε γρήγορα ένα κερί και απομακρύνθηκε τρέ­χοντας κατά τα βουνά...
Το όμορφο σπίτι της ήταν στολισμένο με ασπροκεντήματα.. .Χρυσά σειρήτια και ασπρόρουχα κεντημένα στο χέρι, δαντέλες με το κοπανέλλι, κεντήματα με σταυροβελονιά...Χαλιά πολύχρωμα στον αργαλειό και χρυσοκέντητα χρω­ματιστά γιλέκα...Ασπροκεντήματα για τα τραπέζια και αριστοτεχνικά τραπεζομάντηλα, δαντελωτές κουρτίνες και ασπροκέντητα εργόχειρα διάσπαρτα παντού.,.Η προίκα της Λεμονιάς για το γάμο της...Για το υπέροχο ταξίδι ότο χρόνο και τη ζωή...
Kι όμως...Για ποιόν ξενυχτούσε τα βράδια πίσω απ' το σκοτάδι; Για ποιόν χτυπούσε η καρδιά της τόσο δυνατά; Για ποιόν τα αισθήματα της αιχμαλώτιζαν κυνηγημένα από τον φόβο και την ενοχή; Στις ρεματιές, ο φόβος ήταν διάχυ­τος. . .Πίσω από τις καλαμιές και τις ρίζες των δέντρων άκουγε ακόμη την ανάσα της σφιχτή...το μέτωπο της ιδρωμένο...και την καρδιά της να χτυπά δυνα­τά.. .Γιατί τον Θάνο της Γιώργαινας τον αγαπούσε αληθινά η Λεμονιά...
Κι η Λεμονιά, νυφούλα τώρα στολισμένη, φορούσε τη γιορτινή της φορεσιά...Ένα βελούδινο φουντωτό φουστάνι, σε χρώμα βυσσινί, δώρο του πατέρα της απ' τα ταξίδια...Άσπρο μεταξωτό πουκάμισο υφαντό, με όρθιο γιακά, κε­ντημένο με μπιντέμια κι ένα γιλέκο κεντημένο με σιρίτι χρυσό...
Ντυμένη νυφούλα φάνταζε όμορφη η Λεμονιά.. .Στα μαλλιά ξεχώριζε ένα θε­σπέσιο φέσι, δεμένο με μαύρη φούντα από μπρισίμι.. .Τα μαύρα της μαλλιά λι­κνίζονταν πίσω απ' τον φιόγκο και το μαντήλι, πέφτοντας στους ώμους της νωχε­λικά ...
Ο Λάμπρος περίμενε στην εκκλησία χαμογελώντας.. .Ήταν έτοιμος για το μυστήριο...αν και...ανυπομονούσε να δει τη νύφη περήφανη στην εκκλησία... Φορώντας το φέσι του, την φανέλα και το γιλέκο...αισθανόταν σαν τσέλιγκας... ακολουθώντας τις ελληνικές παραδόσεις...και το δικέφαλο αετό...
Στην εκκλησία προσμένοντας, μετρούσε το χρόνο και τα λεπτά...τα δευτε­ρόλεπτα.. . όπου του φαίνονταν ασφυκτικά.. .Είχε έλθει στα Σέρβια από το Βελβεντό.,.κι από οικογένεια πλούσια...και αριστοκρατική...
-Ο κόσμος όλος...κλεισμένος στα μάτια της...έλεγε και ξανάλεγε...γιατί την αγαπούσε πολύ...
Ανάμεσα στους οργανοπαίχτες της ελληνικής λεβεντιάς ένιωθε ακέραιος...και... στρίβοντας το μουστάκι του χαμογελούσε, πίσω απ' τα κλαρί­να και τα νταούλια...
 Κι η Λεμονιά, χρυσοκέντητη αρχόντισσα, ανάμεσα στις δαντέλες και τα με­ταξωτά, τα ασημικά κοσμήματα και τα χρυσά φλουριά...ξεπρόβαλε, αντάμα με τους οργανοπαίχτες και τα τραγούδια...
Μπαίνοντας στην εκκλησία, με δέος αντίκρυζαν τα εξαπτέρυγα και τα θυμιατήρια, το ξυλόγλυπτο τέμπλο, τους ψαλτάδες με τα ιερά ευαγγέλια, τους μεγαλο­πρεπείς πολυέλαιους και τα κεριά...
Το ιερό μυστήριο ετελείτο με κάθε επισημότητα-.., Ο ιερέας τελούσε το μυ­στήριο με υπομονή... ·
-Ησαΐα χόρευε ...η Παρθένος...και το ρύζι να ρέει άφθονο...στο μυστήριο της επισφράγισης των μελλονύμφων...
Κι όμως...Στα στέφανα δάκρυσε η Λεμονιά...πίσω απ' τις λαμπάδες που
έδιναν παντού λάμψη και φως...
Με τους ρυθμούς των τυμπάνων, στην εκκλησία, με τα κλαρίνα και τα τρα­γούδια, οι νεόνυμφοι κατευθύνοντο στην πλατεία, με τους καλεσμένους και το κρασί...
-Καλορίζικ'νάν'(ι)___ νά'νι, ... Εύχονταν
-Κι στα θ'κά σας.
Και σήκωναν χαρούμενοι τα ποτήρια και οι ευχές στόλιζαν το γαμήλιο τρα­πέζι της Λεμονιάς και του Λάμπρου...
-Σν υγειά σ' ουρέ Γιάγκου...έλεγαν και ξανάλεγαν με χαρά στον πατέρα της Λεμονιάς...κι εκείνος καμάρωνε όρθιος, στητός, κοτσονάτος, φουσκωτός σαν μπαλόνι...
Κι εκεί...μπροστά στο πλακόστρωτο...μπροστά στην πλατεία...τα αρνιά στη σούβλα να ψήνονται.. .και ο καπνός απ' τις φωτιές ν' απλώνεται ολοένα πα­ντού ...
-Τα αρνιά στη σούβλα να ψήνον. Να ψήνιτι κ' η καρδιά σ'...
Και ξάφνου πάνω στο γλέντι φωνάζει κάποιος τη Λεμονιά να χορέψει...
-Να χουρέψ' η νύφη...Η όμορφ' Λιμονιά να χουρέψ'...!
-Να χουρέψ' κι ου Λάμπρους...
-Να ζήσν τα νια!...Και να τσουγκρίζουν...μι κέφι τα ποτήρια με το κρασί...
Και να γελούν με χαρά όλοι μαζί...γεμάτοι ευτυχία...
Ντυμένη νυφούλα η Λεμονιά, λικνιζόταν περήφανη.. .σέρνοντας πρώτη το χορό... κρατώντας το μαντήλι...Φυλλομετρώντας το χρόνο της ζωής...που έρρεε ασταμάτητα...ακολουθούσε τα βήματα της σιωπής...στο φως της αγά­πης. . .Μ' ένα λυγμό.. .φουντώνει.. .τον Θάνο σαν σκεφτεί...
Και ξάφνου στα χαλάσματα τον Θάνο αντικρύζει.. .κι ευθύς λιποθυμά.. .Κι ο χρόνος πια σταμάτησε...Και δεν γυρίζει πίσω του τους λεπτοδείχτες...Και η αγάπη χάθηκε πια...προδόθηκε...και η καρδιά πονά...
Άστραψε ο Λάμπρος.. .Κοίταξε με θυμό πίσω απ' το φως τη Λεμονιά, κι έφυ­γε τρέχοντας...στη ρεματιά...
Κι εκείνη τρομαγμένη, ξάφνου να, φεύγει σαν κυνηγημένη, από μακριά αντι- κρύζοντας τους δυό άντρες, άγρια πια για την αγάπη της για να παλεύουν... Τι­νάχθηκε κλαίγοντας...κι όμως δεν λύγισε...Κάρφωσε το βλέμμα της...βλέπο­ντας την οργή...
Και αληθινά φοβήθηκε...Κρατήθηκε για να μην πέσει:..Είδε τους δύο άντρες, να χτυπιούνται με λύσσα περίσσια και δύναμη κατά το βουνό...Κι έπει­τα... τον Λάμπρο...να σηκώνεται ευθύς μπροστά και να φεύγει...
Πέρασαν χρόνια από τότε.. .Η Λεμονιά.. .τον Λάμπρο παντρεύτηκε.. .Ακού­γοντας την καμπάνα, γύρισε με φόρα το υφάδι της στον αργαλειό η Λεμονιά.. .Το κτύπημα της καμπάνας ξυπνούσε τις αναμνήσεις της στα πίσω βουνά.. .εκεί.. .στα Σέρβια... Ακούγοντας τους ήχους από τον αργαλειό.. .οι κλωστές μπερδεύονταν ρυθμικά... ανάμεσα στο πυκνό χιόνι και τα ξύλα.. .που είχε ανάψει στο τζάκι της για τη φωτιά... στολισμένο με τα ασπροκεντήματα, τα υφαντά, τους τσεβρέδες και τα χρυσοκέντητα παραδοσιακά γιορντάνια, τα σπαθιά με τις ασημοσκαλισμένες λαβές και τις ασημοκαπνισμένες βυζαντινές εικόνες του Αγίου Γεωργί­ου.. .στολισμένες κει ψηλά, πίσω απ' τις αχτίδες του ήλιου.. .Οι κλωστές υφαίνο­νταν με δύναμη...Τα σχέδια ήταν συμμετρικά...στο κόκκινο, το πορτοκαλί, το ροζ, το πράσινο, το λευκό...Το όμορφο σπίτι της, ήταν στολισμένο με ασπρο­κεντήματα... Χρυσά σειρήτια και ασπρόρουχα κεντημένα στο χέρι, δαντέλες με το κοπανέλλι, κεντήματα με σταυροβελονιά... Χαλιά πολύχρωμα στον αργαλειό και χρυσοκέντητα χρωματιστά γιλέκα.. .Ασπροκεντήματα για τα τραπέζια και αριστοτεχνικά τραπεζομάντηλα, κουρτίνες και ασπροκέντητα εργόχειρα διά­σπαρτα παντού...

Kι όμως...Οι νυφάδες του χιονιού έπεφταν ασταμάτητα στα Σέρβια...δίδο­ντας την εικόνα χιονισμένου τοπίου.. .Οι καπνοί από τα τζάκια και οι φωτιές από τα κούτσουρα στη φωτιά, ήταν ακόμη μία αντίθεση στις σκιές των χρωμάτων... Τα πέτρινα σπίτια, κατείχαν ξεχωριστή θέση στην ομορφιά της φύσης, στις σκιές του χωρόχρονου.. .στη σιωπή της μέρας...

Τρίτη, Ιανουαρίου 22, 2013

Αθανάσιος Αστεριού, γιατρός στα Σέρβια, 19ος αι.*


Στο φύλλο της «Μακεδονικής Ζωής» μηνός φεβρουαρίου 1976 δημοσιεύτηκε ιστορικό σημείωμα του αείμνηστου Ν.Γ. Κοεμτζόπουλου ταξιάρχου ε.α. από τα Σέρβια Κοζάνης, σχετικά με τη δράση του συμπατριώτου μας Ιατρού Αθανασίου Αστεριού.
Την αναδημοσιεύουμε ευχαρίστως και με την άδεια του κ. Κί­μωνα Κοεμτζόπουλου, με την ευκαιρία συμπληρώσεως 100 ετών από της επαναστάσεως του Ολύμπου, στην προσωρινή κυβέρνηση Λιτοχώρου στην οποία συμμετείχε σαν Αντιπρόεδρος.
Ο Αθανάσιος Αστεριού γεννήθηκε το 1841 στη Θεσσαλονίκη. Οι γονείς καταγόταν από το Λιβάδι Ολύμπου. Αφού τελείωσε το Γυμνάσιο στη Θεσσαλονίκη εσπούδασε την Ιατρική στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε σαν γιατρός στο Λιβάδι. Γαλουχημένος με τις εθνι­κές και πατριωτικές παραδόσεις, δεν αρκούνταν στην άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος. Παράλληλα μ' αυτό δρούσε και σαν αλη­θινός Ελληνας, εμψυχώνοντας τους κατοίκους της περιοχής και καλλιεργώντας μέσα τους το πνεύμα της φιλοπατρίας και την προσήλωσή τους στα Αθάνατα ιδεώδη.
Οπως ήταν φυσικό, όταν ξέσπασε η επανάσταση του 1878, σαν αντίδραση στην παράφρονα απαίτηση της Ρωσίας να δημι­ουργήσει εκ του μη όντος μία Βουλγαρία τόσο μεγάλη που να φθά­νει ως τον Αλιάκμονα, ο Αθανάσιος Αστεριού έλαβε μέρος και εξελέγη πρώτο μέλος (αντιπρόεδρος) της προσωρινής κυβερνή­σεως στο Λιτόχωρο υπό πρωθυπουργόν τον Λιτοχωρινόν Ευαγ. Κοροβάγγου.
Δυστυχώς η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα και ο Αθανάσιος Αστεριού εγκαταστάθηκε έκτοτε, σαν γιατρός στα Σέρβια. Την ίδια περίπου εποχή (δύο έτη πριν ελευθερωθεί η Θεσσαλία) είχε μετα­τεθεί από τη Λάρισα στα Σέρβια, ως Μουτεσαρίφης (Νομάρχης) με τον τίτλο του Πασά ο εκεί υπηρετών έως τότε Νομάρχης Χαλήλ Μπέης, διατελέσας προηγουμένως ακόλουθος της εν Αθήναις Οθωμανικής πρεσβείας. Μια πολύ στενή φιλία συνέδεσε το Χαλήλ πασά με τον Αστεριού, ο οποίος απέκτησε τόση επιρροή επάνω του, ώστε, όπως λέγεται, από τότε και από κρεμάλα μπορούσε να κατεβάσει καταδικασμένους ραγιάδες. Ο Πασάς, Αλβανικής κατα­γωγής είχε γεννηθεί στα Γιάννενα και σπούδασε στη Ζωσιμαία Σχολή. Οταν ήθελε να μην καταλαβαίνουν οι τυχόν παρευρισκό­μενοι Οθωμανοί (και μερικοί κάτι σκάμπαζαν από ελληνικά) τα έλε­γαν οι δυό τους ο Χαλήλ πασάς - μιλούσε με τον Αστεριού την αρχαΐζουσα καθαρεύουσα. Στο αναμεταξύ «ο Κύριος Αθανάσιος» όπως συνήθιζαν να τον ονομάζουν στα Σέρβια, είχε γίνει αγαπητός και σεβαστός στον κόσμο, εξακολουθώντας την ίδια τακτική με πα­λιότερα, άρχισε να εμψυχώνει στα Σέρβια και στα γύρω χωριά τους Ελληνας μιλώντας τους αδιάκοπα και με την ίδια θέρμη για την πα­τρίδα. Ήταν ένας άνθρωπος μάλλον ψηλός, λιγνός, με κάπως οστεώδες πρόσωπο, πλαισιωμένο από σγουρά, φουντωτά μαλλιά. Είχε παχύ μουστάκι, θυσανωτό υπογένειο και δυο φλογερά μάτια, φορούσε πάντα βελάθα κομψή, με ένα ποιητικό φιόγκο να στολί­ζει το στήθος κάτω από το λευκό κολλάρο. Κατοικούσε στο σπίτι της συγγενούς του Μαρίας, συζύγου Νικολάου Νάκη. Εφερε ελ­ληνικές εφημερίδες από τη Λάρισα, τις οποίες συχνά διάβαζε και ο Χαλήλ-πασάς. Επειδή η εισαγωγή ελληνικών εφημερίδων από την Ελλάδα απαγορευόταν, ο «κύριος Αθανάσιος» σοφίσθηκε το εξής τέχνασμα. Μέσα σε ασκούς γεμάτους λάδι τοποθετούσαν οι άνθρωποι του μακρουλά τενεκεδένια δοχεία , όπου έκλειναν τις εφημερίδες. Συνετέλεσε πολύ κι αυτός μαζί με τον Μητροπολίτη Σερβίων και Κοζάνης Κωνστάντιο, στην ίδρυση του Φιλοπτώχου Συλλόγου η «Αγία Κυριακή» (1892) που είχε μεγάλη εθνική δράση. Ο αδελφός του Κίμων ερχόταν από το Λιβάδι που και που να τον ιδή στα Σέρβια, ασφαλώς και για συνεργασία, ως προς τα εθνικά ζητήματα. Ο Χαλήλ-πασάς ζητούσε πάντοτε τη γνώμη του Αστε­ριού, όσον αφορά στα διάφορα σχέδιά του. Η αλήθεια είναι ότι είχε μίαν έφεση στην πρόοδο και λογάριαζε να κάμει πολλά και καλά πράγματα στον τόπο.
Πραγματικά μέσα σε λίγα χρόνια άλλαξε την όψη των Σερβίων. Από Τουρκοχώρι που ήταν πρωτύτερα με τα στενά και ακατάστατα σοκκάκια, τα μεταμόρφωσε σε εμφανίσιμη και ευπρεπισμένη πο­λιτεία. Γκρέμισε σπίτια αλύπητα, παρά την διαμαρτυρία Τούρκων και Χριστιανών. Ανοιξε λεωφόρους που διέσχιζαν κάθετα και πα­ράλληλα την πόλη, με πεζοδρόμια φαρδειά ρείθρα και δενδρο­στοιχίες. Εστρωσε την κεντρική πλατεία (που βλέπουμε σήμερα βελτιωμένη βέβαια) και φύτεψε τα πελώρια σκιερά πλατάνια που χαιρόμαστε ακόμα. Εχτισε υπονόμους, υδραγωγείο που πήγαινε πόσιμο νερό σ'όλες τις συνοικίες. Γύρω στο βουνό πάνω από τα Σέρβια έσκαψε χαντάκια για να φεύγουν τα νερά των βροχών προς τους δύο λάκκους (χαράδρες) δεξιά και αριστερά και να μην πλημμυρίζουν την πόλη. Εχτισε στα ριζά της πόλεως προς τον κάμπο τριώροφο Διοικητήριο με δωμάτια, μεγαλοπρεπείς διπλές κλίμακες και στην δεξιά και στην αριστερά πλευρά, φαρδύτερους διαδρόμους, όλα πλουσιότατα στολισμένα με δαμασκηνές βε­λούδινες κουρτίνες, περσικά χαλιά, με μεγάλους καθρέπτες στις αίθουσες υποδοχής, όπου ήταν τα γραφεία του πασά και των ανω­τέρων υπαλλήλων και πολυτελή φωτιστικά (πολυελαίους). Εχτισε στην ίδια περιοχή τούρκικο δημοτικό σχολείο, δίπατα κτίρια, Τα­χυδρομείο - Τηλεγραφείο κατοικίες ανωτέρων Κρατικών Υπαλλή­λων, ξενώνες για τους εκπροσώπους των Καιμακάρηδων, της δικαιοδοσίας του, την REGIE, με τρία πατώματα, έδρα Διαχειρί­σεως Μονοπωλίων καπνού, τριώροφο επίσης Τουρκικό Γυμνάσιο- Οικοτροφείο (Ινσταντιή) διακόσια μέτρα έξω από τα Σέρβια στο δρόμο προς Κοζάνην, επιβλητικούς Στρατώνες επίσης έξω των Σερβίων, ένα χιλιόμετρο περίπου στον ίδιο δρόμο. Πρόθεσή του ήταν να παρασύρει τους κατοίκους από τα κατσάβραχα προς την πεδιάδα. Εφερε Μεντίζηδες (Μηχανικούς) και άνοιξε αμαξιτό δη­μόσιο δρόμο χαλκοστρωμένο (τζαντέ) προς Ελασσόνα, Κοζάνη, Σιάτιστα, Γρεβενά, Νεάπολη (Ληψίστα) και Πτολεμαΐδα (Καϊλάρια). Ολες αυτές οι πόλεις υπαγόταν διοικητικώς στο πασαλίκι των Σερ­βίων και η κάθε μια είχε το δικό της Καϊμακάμη (Υποδιοικητή). Τα Σέρβια υπαγόταν τότε απ' ευθείας στην Κωνσταντινούπολη και όχι στο Βιλσέτι της Θεσσαλονίκης ή του Μοναστηρίου όπως θα μπο­ρούσε να φαντασθεί κανείς. Ο Χαλήλ Πασάς και ο κύριος Αθανά­σιος εργάσθηκαν χέρι -χέρι για την πρόοδο και την προκοπή του τόπου. Είχε καλλιεργήσει ο Πασάς φιλία και με άλλους προύχον­τες Ρωμιούς. Στις σχολικές γιορτές των τριών Ιεραρχών και των Αγίων Αποστόλων παρίστατο με το επιτελείο του και μερικούς Μπέηδες στις τελετές, στα μισά του χρόνου και στο τέλος. Τάχα  να κύλαγε και στου Χαλήλ πασά τις φλέβες καμιά σταγόνα ελλη­νικό αίμα από κάποια ξεχασμένη Ελληνίδα προμάμμη που να δι­καιολογεί αυτή τη συμπάθεια προς τους Ρωμιούς; Εν πάση περιπτώσει γεγονός είναι ότι επί Χαλήλ -πασά έζησε καλές μέρες ο ελληνικός κόσμος των Σερβίων.
Ακολουθώντας το παράδειγμά του αρκετοί Μπέηδες (ο Ομέρ- μπέης ο Χουσνιού-μπέης κ.α.) αντήλασσαν επισκέψεις με ελληνι­κές οικογένειες. Εννοείται ότι στις επισκέψεις αυτές έκαμναν χώρια οι άνδρες και χώρια τα χαρέμια. Στις μεγάλες γιορτές των Χριστιανών οι Τούρκοι πήγαιναν για να ευχηθούν σε φιλικά τους ελληνικά σπίτια. Ιδιαίτερα το Πάσχα τους άρεσαν πολύ τα κόκκινα αυγά. Οι δικοί μας τους έστελναν άφθονα μέσα σε ομορφοστολι- σμένα πανέρια προς πολύ μεγάλη τους χαρά. Η συνήθεια αυτή έγινε σιγά σιγά έθιμο του τόπου.
Στα Μπαϊράμια οι Τούρκοι ανταπέδιδαν την φιλοφρόνηση στέλνοντας τους «ασιουρέ» μέσα σε πορσελάνινες γαβάθες. Ο Χαλήλ-πασάς ήταν ο πρώτος που εφήρμοσε στα Σέρβια από το 1880 την αναγκαστική εργασία με μικρό ημερομίσθιο για όλους. Οσοι τυχόν δεν ήθελαν η δεν μπορούσαν να εργασθούν, πλήρωναν υποχρεωτικά ένα ανάλογο ποσόν. Για να γίνεται η εργασία με πε­ρισσότερο κέφι έβαζε και έπαιζαν μικρές ορχήστρες από ζουρνά­δες και νταούλια. Όταν είδαν οι Σερβιώτες προύχοντες τον τόσο εξωραϊσμό της πόλεως φιλοτιμήθηκαν και άρχισαν και εκείνοι να κτίζουν τα αρχοντικά τους μεγαλοπρεπή και πλούσια επιπλωμένα. Εως το 1893 κτίσθηκαν αρκετές τέτοιες ωραίες κατοικίες Τούρκων και Χριστιανών. Χαίρομαι που ανάμεσα σε αυτές, στο Βαρόσι- μα­χαλά (των Χριστιανών) ήταν και το πατρικό μου πετρηνικού ρυθ­μού. Θυμάμαι μάλιστα, ήμουν μικρό παιδί τότε και είδα χωρικές να σταυροκοπούνται μπροστά στο σπίτι μου και τις άκουσα να λένε «Μουρή-Μουρή κλησιά-κλησιά .» Εκείνη την εποχή κτίσθηκε και το ελληνικό δημοτικό σχολείο δίπλα στην εκκλησία της Αγίας Κυ­ριακής. Ας προσθέσω ότι ο «κύριος Αθανάσιος» εκτός της φιλίας είχε αποκτήσει και πνευματική συγγένεια με τους δικούς μου. Στε­φάνωσε το θείο μου Λάζο, τους γονείς μου και εβάφτισε τα πρώτα παιδιά δίνοντας τους σε όλα αρχαία ελληνικά ονόματα: Σωκράτης, Ευριπίδης, Τηλέμαχος, Χαρίλαος (αυτό από συμπάθεια προς τον Χ. Τρικούπη), Αγησίλαος, Ασπασία.
Ο «κύριος Αθανάσιος» πέθανε στα Σέρβια στις 20 Ιανουαρίου 1895. Τον έθαψαν στο Νεκροταφείο του Αγίου Κωνσταντίνου (το οποίο αχρηστεύθηκε αργότερα). Πριν είκοσι χρόνια περίπου, εν­τελώς τυχαία, κατά την εκσκαφή ενός χαντακιού στην τοποθεσία εκείνη, ήρθε στο φως μια ταφόπλακα, σχετικά μικρών διαστάσεων (35X25X15 περίπου εκατοστά) με ανάγλυφο σταυρό και ανάγλυ­φες επίσης λέξεις: Αθανάσιος Αστεριού. Όσο για τον Χαλήλ-πασά πριν πεθάνη ο «Κύριος Αθανάσιος» είχε μετατεθή προαχθείς εις Βαλήν, στο Βιλσέτι της Προύσσας, κατόπιν της Σεβάστειας και τε­λικά των Αδάνων.
Ας είναι ελαφρά η γη που τους σκεπάζει και τους δύο.
Ν.Γ Κοεμτζόπουλος
* Σημ. Το κείμενο ζητήσαμε και ευγενικώς μας το έστειλαν (ο κ. Αθανάσιος Καψάλης) και τους ευχαριστούμε, από το Λιβάδι, όπου είχε αναδημοσιευθεί στην εφημερίδα Λιβάδι Ολύμπου στο φ. Ιουνίου 1978

Αντιγραφή από την Εφημερίδα του Μ.Ο.Σ  " Σερβίωτικα Νέα"

Δευτέρα, Ιανουαρίου 07, 2013

Η Επαρχία Σερβίων τον 16ο αιώνα μέσα από οθωμανικές πηγές

Συγγραφείς: Κώστας Καμπουρίδης & Γιώργος Σαλακίδης


        Κυρίες και κύριοι, 
επιτρέψτε μου να χαρακτηρίσω πολύ σημαντική για την Κοζάνη και την περιοχή τη σημερινή μέρα για πολλούς λόγους. Εξηγούμαι:
  • ο πρώτος λόγος της ευτυχούς αυτής συγκυρίας: ένα πόνημα δύο εκλεκτών επιστημόνων της πόλης μας, του Κώστα Καμπουρίδη, διδάκτορα Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και διευθυντή για πολλά χρόνια των Γενικών Αρχείων του Κράτους στο παράρτημα του νομού Κοζάνης, και του Γιώργου Σαλακίδη, επίκουρου καθηγητή τουρκικής γλώσσας και φιλολογίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, άγεται στο φως της δημοσιότητας και κλείνει τον κύκλο του. Μόνο όσοι έχουν εργαστεί πάνω αρχειακές πηγές και μάλιστα σε μιαν άλλη γλώσσα ―την τουρκική― και σε ένα εντελώς διαφορετικό από τα γνωστά αλφάβητο ―αυτό της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αραβικής αρχής― μπορούν να κατανοήσουν τον μόχθο και την επιστημοσύνη που υπάρχει πίσω από τις 810 σελίδες του τελικού κειμένου.
  • ο δεύτερος λόγος: η περιοχή μας αξιοποιώντας αποδοτικά τους οικονομικούς και τους ανθρώπινους πόρους της γράφει μόνη της την ιστορία της χωρίς να περιμένει άλλους να το κάνουν γι’ αυτήν. Ανατρέχει στις πηγές, αντλεί από αυτές και καταθέτει την πραγματικότητα που απορρέει από τη μελέτη τους χωρίς τη διαμεσολάβηση άλλων, οι οποίοι μπορεί να φιλτράρουν για τους δικούς τους λόγους ό,τι μπορεί να προκύπτει από την προσπέλασή τους.
  • ο τρίτος λόγος: η τοπική κοινωνία μετέχει κι αυτή με τους φορείς της στην αναζήτηση και ανέλκυση από τα βάθη του χρόνου των πηγών που θα φωτίσουν το ιστορικό της παρελθόν. Ο Σύλλογος Φίλων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης χρηματοδότησε την ερευνητική δραστηριότητα του Κώστα και του Γιώργου και κάλυψε σημαντικό μέρος του εκδοτικού κόστους. Τέτοιες προσπάθειες πρέπει να στηρίζονται και ηθικά αλλά και υλικά από τους φορείς που είναι προς τούτο ταγμένοι καταστατικά.
  • ο τέταρτος λόγος: η πόλη μας γιορτάζει φέτος τα 100 χρόνια από την απελευθέρωσή της και καθώς βρισκόμαστε στο τέλος πια των εορταστικών εκδηλώσεων γι’ αυτό το γεγονός δε θα μπορούσε να βρει καλύτερο τρόπο να το γιορτάσει από το να φωτίσει με την έκδοση αυτή ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της, που φτάνει στις αρχές του 16ου αιώνα.
  • επιτρέψτε μου να προσθέσω και έναν πέμπτο ―πιο προσωπικό αυτή τη φορά― λόγο για τον οποίο δηλώνω σήμερα ευτυχής: από τη θέση του Διευθυντή του Ινστιτούτου Βιβλίου και Ανάγνωσης εκείνη την εποχή ―το 2006, πάνε κιόλας 6 χρόνια― είχα συνεισφέρει και εγώ στο να γίνει ο Σύλλογος Φίλων Βιβλιοθήκης μαζί με τη Ματίνα, τον Φάνη, τον Αργύρη, τον Τάκη και άλλους και είχα την ιδέα να χρηματοδοτηθούν από τον Σύλλογο ερευνητικές δραστηριότητες σαν αυτήν στα οθωμανικά αρχεία της Κωνσταντινούπολης, του Μοναστηρίου και της Σόφιας. Βοήθησε κι ο συντοπίτης μας ―υπουργός τότε Μακεδονίας και Θράκης― Νίκος Τσιαρτσιώνης με σχετική χρηματοδότηση. Καταφέραμε το ένα από αυτά, να αξιοποιήσουμε το αρχείο της Κωνσταντινούπολης· δεν είναι και λίγο. 
Πριν έρθουμε στο βιβλίο που έχουμε μπροστά μας, ας δούμε πώς αυτό προέκυψε. Είναι καταρχάς αποτέλεσμα αρχειακής έρευνας. Όπως καλύτερα από μένα ξέρουν και θα μας πουν ―υποθέτω― οι δύο συγγραφείς, τα Αρχεία είναι χώροι όπου φυλάσσονται τεκμήρια κάποιων παλιότερων εποχών τα οποία έπαψαν πια να έχουν λειτουργική αξία. Όλα τα σοβαρά κράτη έχουν καλά οργανωμένα αρχεία, για να μπορούν οι μελετητές να ανατρέχουν σ’ αυτά και να βρίσκουν ό,τι τους ενδιαφέρει να μελετήσουν. Τα Αρχεία φυλάνε τα τεκμήρια μόνο για έναν σκοπό: για να τα αναζητήσει κάποιος ερευνητής και να τα αξιοποιήσει. Στα Αρχεία λοιπόν της Πρωθυπουργίας της Κωνσταντινούπολης ανέτρεξαν οι δύο ερευνητές και βρήκαν έναν πραγματικό θησαυρό: ένα φορολογικό κατάστιχο, από αυτά που οι Οθωμανοί συνέτασσαν μετά την κατάκτηση μιας περιοχής· είναι τα γνωστά ως Tapu Tahrir Deftererli, το οποίο αποτέλεσε τη βασική πηγή για τη συγγραφή της μελέτης τους. 
Εύγε, λοιπόν, και σ’ αυτούς το αναζήτησαν και το βρήκαν αλλά και σε εκείνους που τους το είχαν φυλαγμένο, τους σημερινούς Τούρκους, τους απογόνους των Οθωμανών, οι οποίοι αποφάσισαν να θέτουν στο εξής υπόψη όλων των μελετητών οποθενδήποτε προερχομένων το τεράστιο αρχείο που αφορά την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Από τη μελέτη αυτή μόνο κερδισμένοι θα βγουν και οι ίδιοι αλλά και όσοι μελετήσουν τον πολύ σημαντικό αυτό αρχειακό πλούτο. Έτσι πρέπει να κάνουμε και εμείς με τα δικά μας αρχεία, τα οποία δυστυχώς στη Δημοτική μας Βιβλιοθήκη διατηρούνται πιο πολύ ως φυλακισμένα παρά ως φυλασσόμενα. Πρέπει να πω και τον καημό μου σήμερα: δεν κατάφερα να πείσω κατά το πέρασμά μου από το ΙΝΒΑ τους υπεύθυνους της Βιβλιοθήκης, με τους οποίους συστεγαζόμασταν, να προσελκύσουν με την πολιτική τους ερευνητές που θα αξιοποιήσουν το αρχειακό υλικό της Βιβλιοθήκης, ούτε καν το ψηφιοποιημένο, για το οποίο είχαν αναλάβει και σχετική συμβατική υποχρέωση προς την Κοινωνία της Πληροφορίας.
Και τι μαθαίνουμε ξεφυλλίζοντας στην αρχή και μελετώντας στη συνέχεια το βιβλίο των Καμπουρίδη & Σαλακίδη; Πάρα πολλά πράγματα· θα προσπαθήσω να σας αναφέρω κάποια ακροθιγώς, περισσότερο για να ερεθίσω τη διάθεσή σας να ανατρέξετε και να ενημερωθείτε διεξοδικότερα οι ίδιοι. 
Τα φορολογικά κατάστιχα, τα tapu tahrir deftererli, τα οποία ανανεώνονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα αποτυπώνουν με εξαιρετική για τα δεδομένα της εποχής ακρίβεια τη διοικητική, οικονομική αλλά και την κοινωνική κατάσταση της απογραφόμενης περιοχής. Οι οικισμοί και οι κοινότητες ενός vilayet ή sancak, τοπωνύμια αλλά και μικροτοπωνύμια, οι φόροι τους οποίους κατέβαλλαν οι υπήκοοι της περιοχής στην Υψηλή Πύλη ―χριστιανοί και μουσουλμάνοι, τα ονόματα των επικεφαλής των φορολογούμενων οικογενειών (των hane) είναι κάποια από τα στοιχεία που βρίσκει κανείς στα πολύτιμα αυτά κείμενα, στα φορολογικά τεφτέρια. Από την ενδελεχή μελέτη των φορολογικών καταστίχων οι ιστορικοί ερευνητές μπορούν να οδηγηθούν σε ασφαλή συμπεράσματα για τη γεωγραφία μιας περιοχής, την οικονομική κατάσταση των πληθυσμών, τις δημογραφικές τάσεις της περιόδου, αλλά και τη μελέτη σημαντικών θεσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όπως το σύστημα απονομής τιμαρίων, την ύπαρξη βακουφίων κ.λπ. 
Το κατάστιχο το οποίο βρήκαν και επεξεργάστηκαν οι συνάδελφοι Καμπουρίδης & Σαλακίδης έχει τον κωδικό αριθμό ΤΤ 986 και χρονολογείται στα έτη 1498 - 1502. Ο κώδικας αυτός αποτελεί το πρωιμότερο οθωμανικό απογραφικό κατάστιχο που σώζεται για την περιοχή Σερβίων και Κοζάνης. Γι’ αυτόν τον λόγο και οι ερευνητές προχώρησαν στην πλήρη μεταγραφή και έκδοσή του, καθώς πρόκειται για ένα γραπτό τεκμήριο σημαντικό τόσο από ιστορική όσο και από γλωσσολογική και παλαιογραφική άποψη.  Παράλληλα οι ερευνητές αξιοποίησαν πληροφορίες και από άλλα σωζόμενα φορολογικά κατάστιχα που καλύπτουν όλο τον 16ο αιώνα, ώστε να δοθεί μια όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα για την περιοχή των Σερβίων κατά τη λεγόμενη χρυσή εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Να τώρα μια γενική εικόνα του βιβλίου με τα περιεχόμενά του. Η εργασία αποτελείται από τρία βασικά μέρη: Οι πρώτες 400 σελίδες αποτελούν μιαν εκτενέστατη και πολύ κατατοπιστική Εισαγωγή, για να κατανοηθεί το δεύτερο μέρος, που είναι το καθαυτό κείμενο του κώδικα ΤΤ 986, το οποίο περιλαμβάνει τα περιεχόμενα του κώδικα, τη μεταγραφή- μετάφρασή του, πανομοιότυπα του κώδικα και ευρετήριό του. Το τρίτο μέρος συνιστούν τέσσερις χρησιμότατοι πίνακες: τοπωνυμίων, δημογραφίας, προσόδου και τιμαρίων.
Η κοινωνία και η διοικητική δομή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τον 16ο μάλιστα αιώνα διαφέρουν ριζικά από ό,τι θεωρούμε εμείς σήμερα κράτος και δημόσια διοίκηση. Έτσι δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί το περιεχόμενο του εκδιδόμενου κώδικα, αν δεν κατανοηθεί πρώτα η Οθωμανική Αυτοκρατορία ως δομή και οργάνωση. Σ’ αυτό ακριβώς οι συγγραφείς ―και καλώς― αφιέρωσαν μεγάλο μέρος του βιβλίου τους. Αρχίζουν με ένα κατατοπιστικό κεφάλαιο, που δίνει το ιστορικό περίγραμμα της οθωμανικής κατάκτησης της επαρχίας Σερβίων, όπου πληροφορούμαστε ότι τα Σέρβια καταλαμβάνονται πιθανότατα το 1426 και κατά πάσα πιθανότητα με υποταγή, όπως μαρτυρά το γεγονός ότι καμιά χριστιανική εκκλησία των Σερβίων δεν μετατράπηκε σε τζαμί. 
Στη συνέχεια οι συγγραφείς μάς βάζουν κατευθείαν «στα βαθιά», στον τύπο των πηγών από όπου αντλούν το υλικό τους, τα tahrir deftererli, και τα θέματα της χρονολόγησής τους. Η καταγραφή των πλουτοπαραγωγικών πηγών των εδαφών που κατακτούσε η οθωμανική αυτοκρατορία ―βλέπετε οι Οθωμανοί ήταν πρακτικοί άνθρωποι― ήταν για το κράτος μια απαραίτητη προϋπόθεση για την ίδια του την ύπαρξη. Του εξασφάλιζε τους πόρους για το απολύτως απαραίτητο στρατιωτικό σώμα των ιππέων (των σπαχήδων) μέσα από το τιμαριωτικό σύστημα, το μοίρασμα δηλαδή προσόδων/φόρων σ’ αυτούς έναντι των στρατιωτικών τους υπηρεσιών. Το τιμαριωτικό σύστημα είχε διπλό όφελος για το κράτος: και αντάμειβε τους αξιωματούχους για τις υπηρεσίες τους και έθετε συγχρόνως τους υπηκόους ―μουσουλμάνους και μη― υπό έλεγχο παραχωρώντας διοικητικά αλλά και αστυνομικά καθήκοντα στους τιμαριούχους. 
Η καταγραφή αυτών των πηγών εσόδων είχε ως αποτέλεσμα να σώζονται σήμερα πάνω από χίλια πεντακόσια τέτοια κατάστιχα απογραφής (tapu tahrir defterleri), τα οποία αποτελούν μια από τις σημαντικότερες πηγές της οθωμανικής ιστορίας του 15ου και 16ου αιώνα όχι μόνο από διοικητική και στρατιωτική, αλλά και από κοινωνική, οικονομική και δημογραφική άποψη. 
Το υλικό αυτό αποτελεί αυτό που λέμε αυθεντική πηγή για την ιστορία· ο απογραφέας του πληθυσμού και των προσόδων που μπορούσε να λάβει από αυτόν το κράτος είχε μόνο αυτόν το σκοπό: την πλήρη και ακριβή καταγραφή. Δεν είχε καμία άλλη σκοπιμότητα, που πιθανόν θα είχε κάποιος, π.χ. εν διατεταγμένη υπηρεσία διατελών περιηγητής, που θα έγραφε για τη σύνθεση του πληθυσμού της περιοχής εκείνη την εποχή. Θα είχε κάθε λόγο να πει αν ήταν λίγοι ή πολλοί οι χριστιανοί ―αν αυτό τον εξυπηρετούσε, αν από τα ονόματά τους προκύπτει η άλφα ή η βήτα εθνική καταγωγή ―αν αυτή ήταν κατά βάθος η πρόθεση της έρευνάς του― και άλλα τέτοια που συναντούμε σε τέτοιου είδους περιγραφές. Κλείνω την παρένθεση αυτή.
Κατά την περίοδο που εξετάζει η ανά χείρας μελέτη, ο 16ος αιώνας, στην οθωμανική αυτοκρατορία η γη που βρισκόταν εκτός οικιστικού πλέγματος ανήκε, με κάποιες εξαιρέσεις, στο κράτος. Οι αγρότες είχαν μόνο τη νομή της γης που καλλιεργούσαν. Με την προϋπόθεση ότι δεν θα την άφηναν να χερσώσει και θα ήταν συνεπείς στις φορολογικές και άλλες τους υποχρεώσεις, την κατείχαν ισόβια και μπορούσαν να την μεταβιβάσουν στα παιδιά τους. Έτσι, ο όρος tapu σημαίνει την κατοχή από κάποιον αγρότη, οθωμανό υπήκοο, ενός κομματιού κρατικής γης, ο οποίος υποχρεούται να καταβάλει συγκεκριμένους φόρους στον εκάστοτε φοροεισπράκτορα. Αποδέκτης του φόρου ήταν κάποιος που είχε τη συγκεκριμένη περιοχή ως τιμάριο, ζεαμέτι ή χάσι, η κλίμακα είναι ανιούσα με μικρότερο το τιμάριο. Έτσι ο όρος tapu tahrir defterleri σημαίνει την καταγραφή των πηγών εσόδων μιας περιοχής, προκειμένου να γίνει κατανομή των εσόδων αυτών στους δικαιούχους. Τον 15ο και τουλάχιστον στο πρώτο μισό του 16ου αιώνα το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων αυτών δινόταν με τη μορφή τιμαρίων σε σπαχήδες, δηλαδή ιππείς του οθωμανικού στρατού, ενώ ένα μικρότερο μέρος δινόταν σε φύλακες κάστρων και άλλους. Ένα σημαντικό μέρος των εσόδων προοριζόταν για την κάλυψη μεγάλων βακουφιών της αυτοκρατορικής οικογένειας, ενώ ένα άλλο προοριζόταν για τον ίδιο τον σουλτάνο, για μέλη της αυλής του καθώς και για επαρχιακούς διοικητές, όπως ο μπεηλέρμπεης και ο σαντζάκμπεης.
Κατά τα τέλη του 16ου αιώνα το τιμαριωτικό σύστημα, δηλαδή η εκχώρηση φορολογικών εσόδων έναντι στρατιωτικής υπηρεσίας, περιέπεσε σε παρακμή. Τη θέση των σπαχήδων, των ιππέων, πήραν οι γενίτσαροι που έφεραν πυροβόλα όπλα. Έτσι το κράτος δε χρειάζονταν πλέον τους σπαχήδες, άρα δε διένειμε τα έσοδά του σε τιμάρια, αλλά συγκέντρωνε τους φόρους για την κεντρική διοίκηση. Πολύ καλά απεικονίζεται αυτό στο τελευταίο απογραφικό κατάστιχο (ΤΤ 720, του 1613) για την περιοχή Σερβίων και Κοζάνης, που καταγράφεται πλέον ως χάσι του σουλτάνου, ενώ στα προηγούμενα κατάστιχα ήταν παραχωρημένη σε τιμαριούχους και ζαΐμηδες. Ένας άλλος, σταδιακά όλο και περισσότερο εφαρμοζόμενος, τρόπος για να συγκεντρώσει η κεντρική διοίκηση τη φορολογία από τις επαρχίες ήταν η εκμίσθωση των κρατικών πηγών εσόδων σε πλειοδότες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο κανονισμός (kanunname) για τον τρόπο φορολόγησης, ο οποίος προηγείται της απογραφής στο φορολογικό μας κατάστιχο. Να ένα μικρό απόσπασμα: «Κανονισμός των φόρων του παζαριού της πόλης των Σερβίων. Λαμβάνονται δύο άσπρα για κάθε φόρτωμα αλόγου που έρχεται στο παζάρι από τα εξής προϊόντα: μέλι, λίπος, ψάρια, αλάτι, καρύδια, μαροκινά δέρματα, λινά και βαμβακερά υφάσματα, κάστανα, τυρί, λινάρι, βαμβάκι, κεμπές, σίδηρος, πέταλα και καρφιά. Για το αλεύρι, το σιτάρι και το κριθάρι λαμβάνεται ένα άσπρο το φόρτωμα. [...] Για τα νωπά οπωρικά λαμβάνεται ένα άσπρο το φόρτωμα. [...] Για το τομάρι νεροβούβαλου λαμβάνονται δύο άσπρα, ενώ για το ένα τομάρι βοδιού λαμβάνεται ένα άσπρο. [...] Κι όταν έρχονται σανίδες σε φορτώματα αλόγου, λαμβάνεται μια σανίδα από κάθε φόρτωμα. Κι από κάθε φόρτωμα δαδιών λαμβάνεται ένα δαδί. [...] Κι όταν σφάζονται βόδια, λαμβάνονται δύο άσπρα το βόδι. [...] Κι όταν πουλιέται βόδι με το τομάρι του, λαμβάνεται ένα άσπρο από τον πωλητή και ένα από τον αγοραστή [...]». Είναι μια λεπτομερής περιγραφή για όλες τις εμπορικές και γεωργικές δραστηριότητες που υπόκεινται σε φορολόγηση. Μια πλήρης, λοιπόν, εικόνα των αγαθών και υπηρεσιών που διακινούνταν στο τμήμα αυτό της Αυτοκρατορίας προκύπτει από την απλή ανάγνωση αυτού και μόνου του κανονισμού. Όσον αφορά τις ποσότητες και την κατανομή αυτών των δραστηριοτήτων, αυτά φαίνονται στη συνέχεια καθαρά σε κάθε απογραφόμενο οικισμό.
Ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο είναι αυτό που ακολουθεί και δίνει τα δημογραφικά χαρακτηριστικά της επαρχίας Σερβίων τον 16ο αιώνα. Στο κεφάλαιο αυτό οι συγγραφείς μετά από ενδελεχή μελέτη των στοιχείων που προκύπτουν από τον κώδικα μας έδωσαν αναλυτικές πληροφορίες:
α. για την εμφάνιση, την εξέλιξη και τα δημογραφικά των χριστιανικών οικισμών της επαρχίας Σερβίων. Εδώ αξιοποίησαν και μια σημαντική εκκλησιαστική πηγή που βοηθάει στο θέμα των χριστιανικών τοπωνυμίων, τον γνωστό και πολυσυζητημένο κώδικα αρ. 201 της Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος της Ζάμπορντας. Πρόκειται για μια εκκλησιαστική Παρρησία, ένα βιβλίο στο οποίο γράφονταν τα ονόματα όσων έδιναν κάποιο βοήθημα στη Μονή και σε αντάλλαγμα μνημονεύονταν από τους μοναχούς για τη σωτηρία της ψυχής τους. Τα βαπτιστικά ονόματα στον κώδικα αυτόν είναι καταχωρημένα κατά εκκλησιαστικές περιφέρειες, που εκτείνονται από τη Θεσσαλία ως την Ήπειρο και την Αλβανία (φυσικά περιλαμβάνεται και η επαρχία των Σερβίων), γεγονός που βοηθάει στην ταύτιση των ονομάτων των οικισμών που αναφέρονται στο φορολογικό κατάστιχο.
Να ένα παράδειγμα που δείχνει 3 από τους 60 οικισμούς του ΤΤ 986:
Εδώ μπορεί να δει κανείς ότι η Αιανή, π.χ., είναι τέσσερις φορές μεγαλύτερη από την Κοζάνη στον Κώδικα που παρουσιάζουμε, ενώ 100 χρόνια αργότερα μόλις διπλάσια σε μέγεθος φορολογούμενων οικογενειών, καθώς η Κοζάνη περίπου διπλασιάζεται ενώ η Αιανή χάνει 100 οικογένειες. Η πόλη των Σερβίων για 100 χρόνια έχει σταθερό αριθμό φορολογούμενων οικογενειών. Από μια απλή ματιά σε ολόκληρο τον πίνακα βλέπει κανείς πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία και διακρίνει τη μεγάλη κινητικότητα ή και ρευστότητα ακόμα του πληθυσμού την εποχή εκείνη.  
β. για τους μουσουλμανικούς οικισμούς στην περιοχή αυτή τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα, διότι, αν εξαιρέσουμε την πόλη των Σερβίων και τις Αυλές, όπου έχουμε μόνιμα εγκατεστημένους μουσουλμάνους, οι υπόλοιποι οικισμοί φαίνεται ότι συγκροτήθηκαν, αρχικά τουλάχιστον, από νομάδες ή ημινομάδες μουσουλμάνους, κυρίως Γιουρούκους, μια ειδική κατηγορία ανθρώπων οι οποίοι ήταν κυρίως νομάδες κτηνοτρόφοι και προσέφεραν αναγκαστικές υπηρεσίες στον στρατό. Γύρω στο 1500 οι μουσουλμάνοι της επαρχίας Σερβίων είναι εγκατεστημένοι σε δύο περιοχές, εκ των οποίων η μία βρίσκεται ανατολικά της Κοζάνης μεταξύ των δρόμων που οδηγούν ο ένας για τη Βέροια και ο άλλος για τα Σέρβια και αργότερα θα αποτελέσει ξεχωριστό καζά, τον γνωστό ως Eğri Bucak και η άλλη βρίσκεται νότια και νοτιοανατολικά της Κοζάνης, περίπου μεταξύ των δρόμων που οδηγούν ο ένας προς τα Σέρβια και ο άλλος προς την Αιανή και αργότερα θα αποτελέσει ξεχωριστό καζά, τον γνωστό ως Çarşamba.
Στους χριστιανικούς οικισμούς έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους μόνιμα εγκατεστημένους, που ασχολούνται με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και εν μέρει τη βιοτεχνία. Παράγουν λοιπόν και φορολογούνται από το κράτος, ώστε υπάρχει λόγος να καταγραφούν όλοι στα φορολογικά κατάστιχα. Αντιθέτως, με τους μουσουλμανικούς οικισμούς των περιοχών αυτών έχουμε να κάνουμε, αρχικά τουλάχιστον, με νομαδικούς πληθυσμούς που ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με την κτηνοτροφία και υπηρετούν στον οθωμανικό στρατό. Οι φόροι όμως για τα ζώα, τουλάχιστον στη δική μας περίπτωση, φαίνεται ότι καταγράφονται σε διαφορετικά κατάστιχα, γι’ αυτό και δεν βλέπουμε μουσουλμάνους ούτε στους χριστιανικούς ούτε στους μουσουλμανικούς οικισμούς. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπήρχαν άλλοι τέτοιοι πληθυσμοί στην περιοχή· απλώς δεν ενδιέφεραν τον φορολογικό απογραφέα, ο οποίος δεν έκανε γενική γενική απογραφή του πληθυσμού, αλλά ad hoc, για φορολογική χρήση. 
Το επόμενο πολύ σημαντικό κεφάλαιο είναι μια πλήρης καταγραφή των χριστιανικών και μουσουλμανικών οικισμών της επαρχίας τον 16ο αιώνα. Είναι και εξαιρετικά ενδιαφέρον αλλά και πολύ δύσκολο να γνωρίζει κανείς την οικιστική γεωγραφία μιας περιοχής πριν από μισή χιλιετία περίπου, ιδιαίτερα όταν αυτή βρίσκεται στη βαλκανική χερσόνησο. Ένα μέρος της δυσκολίας έγκειται στο γεγονός ότι όλα τα Βαλκάνια υπήρξαν μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Από την άλλη πλευρά όμως είναι ακριβώς οι οθωμανικές πηγές που μας παρέχουν σήμερα τη δυνατότητα να αναζητήσουμε τέτοιες πληροφορίες για ένα τόσο μακρινό παρελθόν. Έτσι είμαστε κι εμείς τυχεροί να έχουμε στα χέρια μας μερικές πολύ αξιόπιστες πηγές, που μας δίνουν μια σχετικά καθαρή εικόνα για την οικιστική ιστορία της περιοχής των Σερβίων στο γύρισμα του 15ου αιώνα, όταν η περιοχή Σερβίων ανήκε διοικητικά στον καζά της Βέροιας. 
Το κεφάλαιο αυτό ―θα μου επιτρέψετε να το πω― είναι η χαρά του γλωσσολόγου και ειδικά αυτού που ασχολείται με τα τοπωνύμια. Αυτό που κάνει εντύπωση όταν διαβάζει κανείς τα τοπωνύμια, τόσο τα χριστιανικά όσο και τα μουσουλμανικά, είναι ότι ακόμη και σήμερα, εκατό περίπου χρόνια μετά την επίσημη μετονομασία των οικισμών, τα παλιά ονόματα επιμένουν να διατηρούν το «δικαίωμα στη μνήμη». Το ζήτημα των μετονομασιών είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και σημαντικό, για να αποτελέσει πεδίο ιδιαίτερης έρευνας. Αν κάποιος που δεν κατάγεται από την περιοχή των Σερβίων και της Κοζάνης διαβάσει τα τοπωνύμια που οι κάτοικοι της περιοχής επί αιώνες χρησιμοποίησαν και στη συνέχεια επισκεφθεί την περιοχή, θα μείνει έκπληκτος από το πόσο λίγα από αυτά υπάρχουν ακόμη στις πινακίδες που καλωσορίζουν τον επισκέπτη σε κάθε οικισμό. Από τους 120 περίπου οικισμούς που απαντούν σε όλο τον 16ο αιώνα μόνο 15 έχουν διατηρήσει ένα όνομα που θυμίζει αυτό που χρησιμοποιούσαν επί αιώνες οι κάτοικοί τους.
Μετά τα δημογραφικά και τοπωνυμικά ζητήματα, που ορίζουν το τοπίο έρευνας, ακολουθούν δύο αλληλοσυνδεόμενα κεφάλαια, που αφορούν το ένα τις οικονομικές πραγματικότητες και τις φορολογικές πρακτικές στη μελετώμενη επαρχία και  το άλλο το τιμαριωτικό σύστημα.
Στο πρώτο από αυτά διαβάζουμε για τα είδη των φορολογικών προσόδων, των φόρων δηλ. που πλήρωναν οι κάτοικοι την εποχή εκείνη. Κι αυτοί είναι τριών ειδών: προσωπικοί φόροι, διαφορετικοί των χριστιανών από αυτούς των μουσουλμάνων (τακτικοί και έκτακτοι), οι φόροι επί των αγροτικών δραστηριοτήτων (δεκάτη επί των παραγόμενων προϊόντων και φόροι για την αμπελοκαλλιέργεια και την κτηνοτροφία) και φόροι επί ιδιωτικών επιχειρήσεων που έβγαζαν κέρδος (μύλοι, βιοτεχνίες παραγωγής κεραμιδιών, κεριών κ.λπ.).
Κι εδώ το κέρδος από τη μελέτη του καταστίχου είναι πολύ μεγάλο, καθώς παρελαύνει από αυτό όλη η παραγωγική δραστηριότητα της περιοχής. Μαθαίνουμε, για παράδειγμα, ότι επιβάλλονταν δεκάτη για τα εξής προϊόντα ή δραστηριότητες: δημητριακά, όσπρια, λαχανόκηπους και οπωρικά, αμπέλια, κυψέλες, υφαντουργικά προϊόντα, φόροι στην κτηνοτροφία, σε ιδιόκτητες επιχειρήσεις, περιστασιακοί φόροι,  φόροι στο εμπόριο και τις μεταφορές. Αλλά και φορολογικές απαλλαγές υπήρχαν, οι οποίες δίνονταν σε όσους πρόσφεραν ιδιαίτερα σημαντικές υπηρεσίες, όπως π.χ. στους φύλακες στενωπών (γνωστούς ως δερβεντζήδες), στους επιδιορθωτές δρόμων, υδραγωγείων και γεφυριών ή στους προμηθευτές αλατιού και νιτρικού καλίου, βασικού υλικού για την κατασκευή της πυρίτιδας.
Και ποιοι απολάμβαναν όλους αυτούς τους φόρους που πλήρωναν οι φορολογούμενοι της εποχής; Ένα μεγάλο μέρος του, όπως προείπα, οι τιμαριούχοι. Στους Οθωμανούς η γη χωρίστηκε σε τρεις βασικές κατηγορίες: στη γη που ανήκε στο κράτος και ήταν δημόσια (το 1528 υπολογίστηκε στο 87% του συνόλου των γαιών), στην ιδιόκτητη και σε εκείνη που ανήκε σε βακούφια. Η κυριότητα της δημόσιας γης ανήκε στο ίδιο το κράτος, ενώ η νομή της μπορούσε να παραχωρηθεί σε ιδιώτες. Η κυριότητα και η νομή της βακουφικής και της ιδιόκτητης γης ανήκε εξ ολοκλήρου σε ιδιώτες. 
Στο οθωμανικό κράτος η δημόσια γη, η οποία  βρισκόταν κάτω από την απόλυτη εξουσία του Σουλτάνου, ήταν αντικείμενο διαχείρισης μέσα στο πλαίσιο του τιμαριωτικού συστήματος, ενός από τους βασικούς θεσμούς του κράτους, λόγω της σημασίας που είχε για την αγροτική, κοινωνική αλλά, ιδίως, για το στρατιωτικό και φορολογικό σύστημα. Σύμφωνα με το σύστημα αυτό, το οθωμανικό κράτος, με αντάλλαγμα την παροχή στρατιωτικών υπηρεσιών, καθορισμένων καθηκόντων και υποχρεώσεων, παραχωρούσε τη δημόσια γη, ανάλογα με το μέγεθος των ετήσιων εσόδων της, ως χάσια (has), που υπερέβαιναν τα 100.000 άσπρα, ως ζεαμέτια (ze‘amet), από 20.000 έως 100.000 άσπρα, ή ως τιμάρια (timar) μέχρι 20.000 άσπρα. Τα χάσια ήταν δυο ειδών: τα αυτοκρατορικά έσοδα ή αυτοκρατορικές κτήσεις, που ανήκαν στον Σουλτάνο αλλά στην πραγματικότητα στο δημόσιο θησαυροφυλάκιο, και τα χάσια των βεζίρηδων και των ανώτερων αξιωματούχων, που προορίζονταν για τα μέλη της κυβέρνησης και τους επαρχιακούς κυβερνήτες.
Έτσι ακριβώς συνέβη και με τη δική μας περιοχή: στα περιεχόμενα του κώδικα μπορεί να δει κανείς μετά τον κανονισμό φορολογίας, στον οποίο αναφέρθηκα ήδη, ότι όλη η Επαρχία Σερβίων είχε μοιραστεί σε 7 ζεαμέτια για υψηλόβαθμους και σε 49 τιμάρια για κατώτερους αξιωματούχους.
Τα δύο τελευταία κεφάλαια της εκτενούς εισαγωγής αφορούν ζητήματα μεταγραφής του κώδικα από τα οθωμανικά σε λατινική γραφή, που είναι η σύγχρονη τουρκική γραφή, και περιλαμβάνουν έναν πλήρη κατάλογο των ανθρωπωνυμίων που απαντούν στον κώδικα. Για τους ερευνητές η ανάγνωση των φορολογικών καταστίχων τα οποία είναι γραμμένα στα οθωμανικά δεν είναι καθόλου εύκολη. Κι αυτό διότι στα οθωμανικά γράφονται πρωτίστως τα σύμφωνα και όχι τα φωνήεντα. Στα κατάστιχα απογραφής (tahrir defterleri) χρησιμοποιείται ένα είδος αραβικής γραφής που είναι πολύ δύσκολη στην ανάγνωσή της. Ένα από τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της γραφής αυτής είναι ότι τις περισσότερες φορές οι τελείες με τις οποίες πολλά αραβικά γράμματα διαχωρίζονται μεταξύ τους δεν σημειώνονται από τον γραφέα. Η δυσκολία είναι ακόμα μεγαλύτερη, όταν πρέπει να διαβαστεί ένα μη μουσουλμανικό κύριο όνομα ή τοπωνύμιο. Είναι αδύνατο για έναν ερευνητή να μην κάνει λάθη, όταν μεταγράφει ονόματα, καθώς μεταξύ των συμφώνων μπορεί να υποθέσει όποιο φωνήεν του ταιριάζει. Κι αν συμβαίνει να γνωρίζει ονοματολογικά την περιοχή είτε εξ ιδίων είτε μέσω της βιβλιογραφίας, τότε μπορεί να εικάσει με βεβαιότητα. Αν όμως ένα όνομα είτε δεν το ξέρει ο ίδιος είτε δεν απαντά σε κάποια γνωστή σ’ αυτόν πηγή, τότε είναι πολύ πιθανόν να μην το αποδώσει σωστά. Το ότι τα ονόματα αυτά είναι πλέον δημοσιευμένα δίνει τη δυνατότητα αποκατάστασης σε όποιον δει να μην εμφανίζεται σωστά στο βιβλίο κάποιο όνομα που το ξέρει· αλλά και όσοι είναι καλύτεροι γνώστες των τοπικών ιδιαιτεροτήτων σε ό,τι αφορά τα ονόματα μπορούν να βοηθήσουν, ώστε να γίνουν οι κατάλληλες διορθώσεις στα λάθη τα οποία προκύπτουν κατά την ανάγνωση. 
Οι συγγραφείς, παρότι γνωρίζουν ότι διακινδυνεύουν να μην αποδώσουν σωστά όλα τα ονόματα, λόγω της εξαιρετικής σημασίας των ανθρωπωνυμίων από πολλές απόψεις, αποφάσισαν να συντάξουν ένα αλφαβητικό ευρετήριο αυτών μόνον που απαντούν στο κατάστιχο ΤΤ 986, του οποίου εκδίδεται εξ ολοκλήρου το τμήμα που αφορά την επαρχία των Σερβίων. Περιττό να αναφέρω ότι και το τμήμα αυτό της εργασίας αποτελεί άλλο ένα κομμάτι-χαρά του γλωσσολόγου που ασχολείται με την ονοματολογία της περιοχής.
Η μελέτη των συναδέλφων Καμπουρίδη & Σαλακίδη θα μπορούσε εδώ να ολοκληρωθεί, καθώς μας δίνουν μια συνολική εικόνα αυτού που διάβασαν και άντλησαν κυρίως από τον κώδικα ΤΤ 986 αλλά και από τους άλλους που είδαν συμπληρωματικά. Αποφάσισαν όμως να κάνουν άλλη μια πολύ σημαντική αλλά εξαιρετικά χρονοβόρα και απαιτητική δουλειά, που εκτείνεται στις υπόλοιπες 400 σελίδες του βιβλίου τους: ι) να μεταγράψουν και να μεταφράσουν όλο τον κώδικα. Η διπλωματική έκδοση του κώδικα δίνει σε όποιον επιθυμεί τη δυνατότητα να διαβάσει πρωτογενώς την ίδια την πηγή και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, και ιι) να συντάξουν τέσσερις χρησιμότατους πίνακες. 
Θα σας τα δείξω σύντομα με τη σειρά:
α. Στη μορφή του κώδικα όπως τον πήραν από τα αρχεία της Κωνσταντινούπολης οι σελίδες 126-127 αναφέρονται στο χωρίον Κοζάνη, που δόθηκε ως τιμάριο σε δύο τιμαριούχους, στον ιππέα Yusuf και στον σαμαρά Nasuh, με βεράτιο του Mustafa Pasa. Οι σχετικές εγγραφές στον κώδικα είναι εδώ:



Αυτά που γράφονται στα οθωμανικά στις δύο αυτές σελίδες μεταγράφτηκαν στα σύγχρονα τουρκικά από τους συγγραφείς και μεταφράστηκαν ως εξής:



Εδώ φαίνεται μεταγραμμένο και μεταφρασμένο μόνο το τιμάριο του ιππέα Yusuf. Βλέπουμε τα ονόματα των αρχηγών των εστιών που φορολογούνται και στη συνέχεια το σύνολο των προσδοκώμενων προσόδων, π.χ. από σιτάρι 1500 άσπρα, από βρώμη 30, από κουκούλια μεταξιού 23, από τη δεκάτη αμπελιών 893, από φόρο κυψελών 13 και από φόρο «τοποτηρητείας», δηλ. φόρο για ποινικά αδικήματα, και από φόρο γάμου συνολικά 140 άσπρα.
Τέλος, μια ακόμα πολύ σημαντική συνεισφορά για όποιον θέλει να έχει εύκολα συγκεντρωμένη πληροφορία είναι οι πίνακες. Είναι μια πολύ χρονοβόρα εργασία για τον ερευνητή αλλά έτοιμη δουλειά για αυτόν που ανατρέχει στη μελέτη αυτή για να βρει επεξεργασμένη πληροφορία. Οι πίνακες είναι τεσσάρων ειδών:

α. τοπωνυμίων

β. δημογραφίας

γ. προσόδου

δ. τιμαρίων

Κυρίες και κύριοι, 
η μελέτη των Κώστα Καμπουρίδη και Γιώργου Σαλακίδη, που σήμερα παρουσιάζουμε, έχει πολλαπλά οφέλη και για πολλούς, όπως αδρομερώς προσπάθησα να δείξω: φωτίζει την ιστορική δημογραφία της περιοχής (δημιουργία και εγκατάλειψη οικισμών, αυξομείωση του πληθυσμού τους, εθνολογική και θρησκευτική σύνθεση του πληθυσμού τους), ρίχνει φως στην οικονομική ιστορία της περιοχής (ποιες οι ασχολίες των κατοίκων, ποιος ο παραγωγικός ιστός της περιοχής, το κατά κεφαλήν μέσο εισόδημα, οι φοροδοτική ικανότητα των εστιών, των εργένηδων, των χηρών), αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα για τη γλωσσολογική έρευνα σε επίπεδο ονοματολογίας (τοπωνύμια, ανθρωπωνύμια), μπορεί να αποτελέσει την πρώτη πηγή ιστορίας για πολλούς ιστορικούς που θα θελήσουν να μιλήσουν για τη γένεση κάποιας νεότερης πόλης ή χωριού της περιοχής. 
Αυτή είναι, τελικώς, η χρησιμότητα της μελέτης των πηγών: έχει κανείς τη χαρά να βρίσκεται ενώπιος ενωπίω με την ιστορία, χωρίς τη διαμεσολάβηση κανενός. Μπορεί ο ίδιος να διαπιστώσει και να αποδείξει χωρίς ιδεοληψίες αν υπήρχαν, για παράδειγμα, ή όχι Εβραίοι σε μια περιοχή ―γιατί πώς αλλιώς θα δικαιολογήσει την ύπαρξη εβραϊκών ονομάτων ανάμεσα στους αρχηγούς των οικογενειών; Με τον τρόπο αυτό δε θα συμμετέχει σε μιαν ανούσια αντιπαράθεση ιδεολογικών θέσεων, όπου ο καθένας κάνει την επιθυμία ή την προκατάληψή του ιστορική «αλήθεια» ―αλλά σε εισαγωγικά. 
Ο μελετητής των πρωτογενών πηγών συχνά βέβαια βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα δίλημμα: αν από τις πηγές που μελετάει προκύπτει κάτι που ―υποτίθεται― θίγει ή και αντιστρέφει την ως τώρα παραδεδεγμένη ιστορική αλήθεια, τι κάνει; το δημοσιοποιεί ή το αποκρύπτει; Γιατί, δυστυχώς, μάθαμε την ιστορία να θέλουμε να τη βλέπουμε ελληνοκεντρικά ―όπως άλλωστε κι οι περισσότεροι άλλοι λαοί. Γι’ αυτό κι αναγκαζόμαστε να την ξαναζήσουμε. Εδώ, επομένως, η δοκιμασία του είναι μεγάλη, γιατί πρέπει να αναμετρηθεί με την αλήθεια κι εκείνο που υποτίθεται ότι «βολεύει» ή «εξυπηρετεί». Η απόφασή του εξαρτάται από τον σεβασμό που τρέφει ό ίδιος προς την ιστορία και τα τεκμήριά της και από τον αυτοσεβασμό του ως επιστήμονα-ερευνητή. Για μένα, πάντως, την απάντηση την έχει δώσει προ πολλού ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός: «Το έθνος πρέπει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές».

βλ. το αρχείο της παρουσίασης και το ηχητικό της μέρος.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 12, 2012

ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, 1912 – 2012» «Στιγμές -Πρόσωπα -Γεγονότα -Εικόνες.»







Με αφορμή την εκατονταετηρίδα οι Βιβλιοθήκες και τα Γενικά Αρχεία των τεσσάρων νομών της Κοζάνης, Καστοριάς, Γρεβενών και Φλώρινας, αποφάσισαν την από κοινού δημιουργία και λειτουργία κινητής έκθεσης με υλικό των συλλογών τους. 
Παρουσιάζονται και αναδεικνύονται μέσα από λιτά έγγραφα, κώδικες, εφημερίδες, φωτογραφικό υλικό και αναφορές εντύπων, ιστορικά γεγονότα που αφορούν στην προετοιμασία και διεξαγωγή του αγώνα της απελευθέρωσης, καθώς και στη διοικητική οργάνωση της Δυτικής Μακεδονίας την περίοδο της συγκρότησης του Νεοελληνικού Κράτους.
Η επιλογή των τεκμηρίων έγινε από τον κάθε φορέα με βάση την ιστορική και την αποδεικτική τους αξία αναδεικνύοντας τη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών στα γεγονότα της απελευθέρωσης του τόπου μας από τον οθωμανικό ζυγό.
Το πρωτοποριακό της έκθεσης έγκειται στη συνεργασία και την από κοινού προβολή του υλικού στο ευρύτερο κοινό και ιδιαίτερα στους μαθητές, παρέχοντας τη δυνατότητα να γίνουν κοινωνοί σημαντικών γεγονότων και να συγκροτήσουν μια ολοκληρωμένη άποψη της πρόσφατης ιστορίας του Νέου Ελληνικού Κράτους  με την καθοριστική συμμετοχή της Δυτικής Μακεδονίας.
Η έκθεση λειτουργεί στα Σέρβια με τη συνεργασία του Δήμου Σερβίων-Βελβεντού και του Μορφωτικού Ομίλου Σερβίων στην αίθουσα του Δημαρχείου από την Τρίτη 11 Δεκεμβρίου έως την Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου στις ώρες 9-2 το πρωΐ και 6-8 το απόγευμα.

Παρουσίαση βιβλίου «Η επαρχία Σερβίων τον 16ο αιώνα μέσα από οθωμανικές πηγές»



Το βιβλίο των Γιώργου Σαλακίδη, καθηγητή Τουρκικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και Κώστα Καμπουρίδη, Δρ. Ιστορίας του Α.Π.Θ. με τίτλο «Η επαρχία Σερβίων τον 16ο αιώνα μέσα από οθωμανικές πηγές» θα παρουσιαστεί ...
την Κυριακή 16 Δεκεμβρίου και ώρα 11 το πρωί στην αίθουσα Φίλιππος.
Την εκδήλωση διοργανώνει ο Σύλλογος Φίλων της Κοβενταρείου Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης σε συνεργασία με το Δήμο Κοζάνης, στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων από την απελευθέρωση της πόλης.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι: Κώστας Ντίνας, καθηγητής γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και Δημήτρης Μυλωνάς, Δρ. Κλασικής Αρχαιολογίας, Στέλεχος Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας.
Ο Σύλλογος Φίλων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης, στο πλαίσιο και του εορτασμού των 100 χρόνων από την απελευθέρωση της πόλης, θεωρεί ιδιαίτερα ευτυχή τη συγκυρία ολοκλήρωσης και έκδοσης του έργου, έχοντας παράλληλα την ικανοποίηση ότι έβαλε ένα μικρό λιθαράκι στην προσπάθεια καταγραφής της ιστορίας του τόπου μας, χρηματοδοτώντας τόσο την ερευνητική δραστηριότητα, όσο και σημαντικό μέρος της έκδοσης του βιβλίου.
Η εκδήλωση θα πλαισιωθεί από παρουσίαση μουσικών παραδόσεων της εποχής του 16ου αιώνα.
www.vetonews.gr

Τρίτη, Νοεμβρίου 06, 2012

Τριετές μνημόσυνο στη μνήμη του Αρχιμανδρίτη Πατρός Ιωσήφ Τζάλλα

Την Κυριακή, 11 Νοεμβρίου, θα τελεστεί τριετές μνημόσυνο στη μνήμη του Αρχιμανδρίτη Πατρός Ιωσήφ Τζάλλα, στην Αγία Κυριακή Σερβίων, χοροστατούντος του Σεβασμιότατου Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης κ. Παύλου. Για το λόγο αυτό θα έχει μονοεκκλησία και δεν θα λειτουργήσει ο ναός του Αγίου Γεωργίου.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...